Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
χορτοκούν (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: χορτοκούν
Προφορά: χορτοκούν
στρώμα του μωρού από χόρτα, επάνω στο οποίο έστρωναν κουνέμπαλα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια