Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φουσλαεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: φουσ̌λαεύω Προφορά: φουσλαεύω
  1. όταν τρυπά δερμάτινο όργανο, δοχείο, φούσκα και βγάζει ήχο φούς Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    ηχομιμητική λέξη

Παρατηρήσεις - Σχόλια