Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φουσκώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: φουσκώνω Προφορά: φουσκώνω
  1. φουσκώνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Εφούσκωσεν η καρδία μ’. (στεναχωριέμαι)
    2) Εφούσκωσεν αέρα τα πανία.
    3) Εφούσκωσεν ατεν. (την κατέστησε έγκυο)

  2. εξογκώνω, πρήζομαι, λαχανιάζω, κορδώνομαι γεμίζω κάτι με αέρα ώστε να διογκωθεί Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Παθητική Φωνή:
    φουσκούμαι= πρήζομαι, παχαίνω

Παρατηρήσεις - Σχόλια