Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

δάκρυ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: δά̤κρυ Προφορά: δεάκρυ
  1. δάκρυ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό δάκρυ

    Ιδίωμα:
    Οινόης

    Παράδειγμα:
    Του κεμιτσ̌ή τσή γυναίκα το ψωμί έν' με τό δά̤κρυ ζυμωμένον.

Παρατηρήσεις - Σχόλια