φουσκίν (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: φουσ̌κίν
Προφορά: φουσκίν
-
κοπριά αλόγου, μουλαριού και γαϊδουριού
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
η κοπριά μονόχηλων ζώων
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης