Γραφή στην Ποντιακή: φουσ̌κοιλίδ'Προφορά: φουσκοιλίδ
1) η ουροδόχος κύστης
2) η ουροδόχος κύστης των ζώων την οποία τα παιδιά μεταχειρίζονταν για τόπιΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Ιδίωμα:
Σαντάς
Παράδειγμα:
Έχͮ’ και σπάν’ το φουσ̌κυλλίδι μ’. (βιάζομαι να κατουρήσω)