Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φουσέκ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: φουσ̌έκ' Προφορά: φουσέκ
  1. φυσίγγιο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Πενήντα φουσέκια είχͮεν το φουσ̌εκλικ’ν ατ’.

  2. φυσίγγιο, σφαίρα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από το τουρκικό fisek

Παρατηρήσεις - Σχόλια