Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη yollamak
Ενεστώτας: γιολατουρεύω Παρατατικός: εγιολατούρευα Μέλλοντας: θα γιολατουρεύω Αόριστος: εγιολατούρεψα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.