Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φουρσάτ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: φουρσά̤τ' Προφορά: φουρσεάτ
  1. ευκαιρία ευνοϊκός καιρός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παραδείγματα:
    1) Εράευαν φουρσά̤τ’ να σπάζ’νε το βούδ’. (ευκαιρία)
    2) Έβρεξεν και με το φουρσά̤τ’ ετσαρκέλτσαν το τσουπάδ’. (ευνοϊκός καιρός)

    Ομμόριζα - Παράγωγα:
    φουρσα̤τλής (ο γινόμενος με ευνοϊκό καιρό)
    φουρσα̤τλία (επίρρημα)

Παρατηρήσεις - Σχόλια