φουρνοδώμ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: φουρνοδώμ'
Προφορά: φουρνοδώμ
-
δώμα (στέγη) του φούρνου
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
η εξωτερική οριζόντια επιφάνεια της στέγης φούρνου
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης