Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φουρλαεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: φουρλαεύω Προφορά: φουρλαεύω
  1. ορμώ για να επιτεθώ, να χτυπήσω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

    Παράδειγμα:
    Σα θωρεί την ασκεμόχτιστο και φουρλαεύει.

  2. θυμώνω, οργίζομαι ορμώ για επίθεση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    από το τουρκ. firlamak= αναπηδώ, ανατινάζομαι

Παρατηρήσεις - Σχόλια