-
πνίγω
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
1) πνίγω σφίγγοντας τον λαιμό
2) πνίγω κάποιον βυθίζοντάς τον στο νερό
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
πνίγω κάποιον σφίγγοντας του τον λαιμό, πνίγω κάποιον βυθίζοντας τον στο νερό
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης