Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φορτώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: φορτώνω Προφορά: φορτώνω
  1. φορτώνω. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παθητική Φωνή:
    φορτούμαι

    φορτούμαι (πράγμα)=φορτώνομαι

    Παραδείγματα-Επιπλεόν Ερμηνεία:
    1) Η κόρ’ εντροπαρία έν’ φορτούται όλεν το όρος.
    2) Σελέκ’ ντο ’κί σώ’εις, μη φορτούσαι!
    3) Μη φορτούσ’ ατον σκύλ’ υιός έν’, (φορτούμαι κάποιον, υπερασπίζομαι, παίρνω το μέρος του).
    4) Ψ'ής φορτώματα, (πράγματα με τα οποία φορτώνει κανείς την ψυχή του, π.χ συκοφαντίες).

  2. φορτώνω βάζω σε κάποιον φορτίο, επιβάλλω κάτι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Μεσ. φορτούμαι= φορτώνομαι, υπερασπίζομαι κάποιον

Παρατηρήσεις - Σχόλια