Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φλέβα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: φλέβα Προφορά: φλέβα
  1. φλέβα αιμοφόρο αγγείο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) ’Κ’ έυραμε την φλέβαν του νερού. (υπόγειο ρεύμα νερού)
    2) Αβούτο το λιθάρ’ φλέβας ’κ’ έχͮ’. (της πέτρας "τα νερά" / οι χρωματιστές γραμμές)

  2. φλέβα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από την αρχαία λέξη φλέψ

Παρατηρήσεις - Σχόλια