τσαρκούλ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: 1. τσαρκούλ’ , 2. τσ̌αρκούλ’
Προφορά: τσαρκούλ
-
1) λειρί κότας (Ιδίωμα: Άδισσας)
2) καλύπτρα της νύφης, καλύπτρα που τελευταία αντικαταστάθηκε από το τρεμόν, ύφασμα μεταξωτό ή δικτυωτό με το οποίο η νύφη ήταν καμαρωμένη, σκεπασμένη ώς την ώρα που ο παπάς
στα παλιά χρόνια και ο κουμπάρος στα τελευταία την εκαμάρωνε δηλ. αφαιρούσε το καμαρωτήρι. Έφερε χρυσά νήματα, τρέμουσες. (Ιδίωμα: Σαντάς)
3) βέλο μεταξωτό που γύρω είχε ψεύτικα φλουριά (ψευτοφούλιρα)
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
καλύπτρα, βέλο
κεφαλοπάνι γυναικείο
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης