-
φιλιέμαι
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
φιλώ, συμφιλιώνομαι
κάνω φιλία με κάποιον
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
1) συνδέομαι με κάποιον με φιλία
2) συμφιλιώνομαι με κάποιον
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης