Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
κοσπίτα (η)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: κοσπίτα
Προφορά: κοσπίτα
βλαστοί χοντροί που φύτρωναν σε πετρώδη μέρη και τρώγονταν
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Ιδίωμα:
Ματσούκας
Παράδειγμα:
Εσώρεψεν έναν δύο κοσπίτας και έφαεν.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
κουσπίτα (η)
Παρατηρήσεις - Σχόλια