-
σφήνα, φυτευτήρι (Ιδίωμα: Σταυρί), πασσαλίσκος (Ιδίωμα: Σταυρί), καλτσοβελόνες, αγκάθι
1) βελόνες πλεξίματος
2) μικρό ξυλάκι που στερώνουν κανένα εργαλείο στο στυλιάρι
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
σφήνα
1)ξύλινο εργαλείο σε σήμα Γ ή Τ για το φύτεμα του καπνού (άνοιγαν τρύπες)
2) μικρό μυτερό ξυλάκι
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
σφήνα, πάσσαλος, καλτσοβελόνα, ξυλάριο
βελόνα ραψίματος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης