σταφυλίτρα (η) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: σταφυλίτρα
Προφορά: σταφυλίτρεα
-
έντομο που τερετίζει όλη την νύχτα το φθινόπωρο
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
1) ο σταφυλίτης του φάρυγγα
2) έντομο που σφυρίζει δυνατά
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης