σταφυλίτα (η) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: σταφυλίτα
Προφορά: σταφυλίτα
-
χορτάρι των αγρών
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
αγριόχορτο με καρπό βοτρυώδη
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης