Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

χερόπον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χͮερόπον Προφορά: σερόπον
  1. υποκοριστικό του χͮέρ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Τα χͮερόπα τ'ς άσπρα χͮιόνα̤ θα ζουμών’νε τα ζουμάρα̤.

  2. χεράκι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια