Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
χεροφίλεμαν (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: χͮεροφίλεμαν
Προφορά: σεροφίλεμαν
η συνήθεια να φιλεί η νύφη τα χέρια εκείνων που χόρευαν μαζί της ή την επισκέπτονταν στο σπίτι
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Συνώνυμα
φίλημαν (το)
Παρατηρήσεις - Σχόλια