σταυρώνωΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παράδειγμα - Επιπλέον Ερμηνείες:
Σταυρώνω τα χͮέρα̤ μ’. (δεν ενεργώ, δεν κάνω τίποτε για να γλιτώσω από τις δυσκολίες, από το κακό)
βασανίζω1) κάνω τον σταυρό μου
2) διασταυρώνω δύο πράγματα
3) θέτω επάλληλα τα τέσσερα άκρα υφάσματος σε δύο
4) ανταλλάσω λόγιαΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Προέλευση:
από την αρχαία ελληνική λέξη σταυρώ= καρφώνω πασσάλους στη γη, ανασκολοπίζω, προσηλώνω σε σταυρό
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Γενικά Σχόλια
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.