Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
στασιγμένος (ο)
[Μετοχή]
Γραφή στην Ποντιακή: στασιγμένος
Προφορά: στασιγμένος
αυτός που είναι γεμάτος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παράδειγμα:
Τ’ οσπίτ’ν ατ’ εξ απέσ’ στασιγμένον.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια