σταμνίν (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: σταμνίν
Προφορά: σταμνίν
-
1) Στάμνα μεγάλη χαλκωματένια με χερούλι στο οποίο έβαζαν τον αγκώνα, τη δε κάτω βάση στήριζαν στη μέση.
2) Διαμέρισμα υπογείου στάβλου ή μέρος σπηλιάς με θολωτή στέγη για μεγάλα ζώα, μάλιστα άλογα.
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
χάλκινο σκεύος που χρησιμεύει για ύδρευση
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης