Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σταμνίν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σταμνίν Προφορά: σταμνίν
  1. 1) Στάμνα μεγάλη χαλκωματένια με χερούλι στο οποίο έβαζαν τον αγκώνα, τη δε κάτω βάση στήριζαν στη μέση. 2) Διαμέρισμα υπογείου στάβλου ή μέρος σπηλιάς με θολωτή στέγη για μεγάλα ζώα, μάλιστα άλογα. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Σταυρί

    Παράδειγμα:
    Τα χͮείλα̤ τ’ είναι σο σταμνίν τ’ ομμάτα̤ τ’ ειν σην κόρην.

  2. χάλκινο σκεύος που χρησιμεύει για ύδρευση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από την αρχαία λέξη σταμνίον-στάμνος

Παρατηρήσεις - Σχόλια