Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σταλίν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σταλίν Προφορά: σταλίν
  1. 1) διαμέρισμα στάβλου για μικρά ζώα 2) κρύπτη μέσα στο βράχο δίχως στέγη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα
    Σταυρί

  2. κοτέτσι 1) ιδιαίτερο διαμέρισμα της μάντρας όπου αποχωρίζονται τα νεογέννητα ζωα 2) κοιλότητα βράχου που χρησιμεύει ως μάνδρα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια