Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σπόρος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σπόρος Προφορά: σπόρος
  1. σπόρος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1)Το χωράφ’ θελ' τρία κότα σπόρον.
    2) Τα σπόρα τ’ εκόπαν. (σπέρμα αρσενικού, δε μπορεί να κάνει παιδί).

  2. φυτικός σπόρος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από την αρχαία λέξη σπόρος

Παρατηρήσεις - Σχόλια