Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

σπορίδ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σπορίδ' Προφορά: σπορίδ
  1. τεμάχιο του χωριαφιού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Εφτά σπορίδα̤ ’δέβασεν κ’ εκεί ήλος ’κ’ επήρεν.

  2. κομμάτι οριζόντιου αγρού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  3. σποριά Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια