Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σπαλέρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σπαλέρ' Προφορά: σπαλέρ
  1. Φόρεμα γυναικείο σαν το παλαιό στηθούρι των ανδρών για να σκεπάζει το στήθος, το οποίο τα εξώρουχα (ζιπούνα, λιπάτε, τσόχα) το άφηναν ανοιχτό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Αφκά σο σπαλερόπο σου Κιμισ̌χανάς μηλόπα ειν’.

  2. σαλιαρίστρα μέρος της γυναικείας αμφίεσης αυτοτελές που χρησιμεύει ως κάλυμμα του στήθους Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    ιταλική,από την ιταλική λέξη spalliera=περίφραγμα

Παρατηρήσεις - Σχόλια