Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

σπαθοκονταριασμένος (ο) [Μετοχή]

Γραφή στην Ποντιακή: σπαθοκονταριασμένος Προφορά: σπαθοκονταριασμένος
  1. χτυπημένος με σπαθί και κοντάρι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ποιητικό

    Παράδειγμα:
    Εκεί κείται ο Γιώργης σου σπαθοκονταριασμένος.

Παρατηρήσεις - Σχόλια