Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

χασεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: χασ̌εύω Προφορά: χασεύω
  1. μουσκεύω με βραστό νερό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Το τσουπαδένεν τ' αλεύρ' θα χασ̌εύ'ς ατό να γίνεται τρυφερόν.
    2) Οι ξενιτιάντ' τον έξεργον εχάσ̌ευαν τα λώματά τουν.
    3) Εχάσ̌εψες ατό. (καλά το κατάφερες, όπως το έπλασες ατό - κοροϊδευτικά στον αδέξιο - καταφέρνω)
    4) Με τα φοβετρίσματα και τα ταβίγματα εποίκεν το χάταλον χασ̌εμένον. (ντροπαλός)
    5) Αε Νικόλας κώλια χασ̌εύ'. (δέρνω)
    6) Εχάσ̌εψεν ατό με το κρύον το νερόν. (έκαμε τ' αντίθετα, Ιδίωμα: Σταυρί)

    Ομμόριζο - Παράγωγο:
    χασεμένος

  2. ζεματίζω, βράζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Παθητική φωνή:
    χασέφκουμαι

Παρατηρήσεις - Σχόλια