Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ποδαροσκάφιδον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ποδαροσκάφιδον Προφορά: ποδαροσκάφιδον
  1. σκάφη μικρή μονοκόματη, συνήθως από κλήθρα, για το πλύσιμο ποδιών Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

Παρατηρήσεις - Σχόλια