Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσιπίν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τσιπίν Προφορά: τσιπίν
  1. καλτσοβελόνες μικρό ξυλάκι που στερώνουν κανένα εργαλείο στο στυλιάρι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Αράεψον έναν τσιπίν και τσ̌ιβιλά̤εψον το μακέλλ’. (μικρό ξυλάκι που στερώνουν κανένα εργαλείο στο στυλιάρι)
    2) Φέρε με έναν ζευγάρ’ ορταρί’ τσιπία. (καλτσοβελόνες)
    3) Έναν τρανό τσιπίν εκαρφώθεν σον κώλο μ’. (αγκάθι)

Παρατηρήσεις - Σχόλια