καλτσοβελόνεςμικρό ξυλάκι που στερώνουν κανένα εργαλείο στο στυλιάριΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παραδείγματα:
1) Αράεψον έναν τσιπίν και τσ̌ιβιλά̤εψον το μακέλλ’. (μικρό ξυλάκι που στερώνουν κανένα εργαλείο στο στυλιάρι)
2) Φέρε με έναν ζευγάρ’ ορταρί’ τσιπία. (καλτσοβελόνες)
3) Έναν τρανό τσιπίν εκαρφώθεν σον κώλο μ’. (αγκάθι)