Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
τσιορπατσής (ο)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τσ̌ιορπατσ̌ής
Προφορά: τσιορπατσής
αφεντικό
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Προέλευση:
τουρκική
Παράδειγμα:
Τσ̌ιόρπατσ̌η, ’κι θα επορούμε να δίγομε το χρέος εμουν.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια