Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσίντζιρος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: τσίντζιρος Προφορά: τσίντζιρος
  1. υπέργηρος, εσχατόγηρος πολύ γέρος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Τορούλ

    Παράδειγμα:
    Είνας γέρος τσίντζιρος.

    Ομμόριζο - Παράγωγο:
    τσούντζουνος

  2. αυτός που έχει πολλές ρυτίδες Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια