Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσινίκα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τσινίκα Προφορά: τσινίκα
  1. εκείνη που κλαίει σιγανά, μουρμουρητά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Άμον τσινίκα πάντα ι,ι,ι.

Παρατηρήσεις - Σχόλια