Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσουνακίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τσουνακίζω Προφορά: τσουνακίζω
  1. σπιθοβολώ, αστράφτω βγάζω σπίθες Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Εδέκε με έναν σιλά̤ν (μπάτσο) και ετσουνάξαν τ’ ομμάτα̤ μ’.

Παρατηρήσεις - Σχόλια