Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

Τσιμωρικά (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: Τσιμωρικά Προφορά: Τσιμωρικά
  1. χωριό σε απόσταση μισής ώρας από την Άρδασσα και με 3 ενορίες: Ρανιάν, Σκαμνάντων και Ακριτάντων Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

Παρατηρήσεις - Σχόλια