Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσιμπλακίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τσιμπλακίζω Προφορά: τσιμπλακίζω
  1. ψιλοβρέχω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Σταυρί

    Παράδειγμα:
    Τ’ Αε-Παύλε η κορφή φυσά και τσιμπλακίζει.

Παρατηρήσεις - Σχόλια