Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσιμανώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τσ̌ιμα̤νώνω Προφορά: τσιμεανώνω
  1. 1) φέρω χλόη 2) σκεπάζω με χλόη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ομμόριζο - Παράγωγο:
    τσ̌ιμάνεμαν

Παρατηρήσεις - Σχόλια