τσίλεμαν (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τσίλεμαν
Προφορά: τσίλεμαν
-
ευκοιλιότητα
τα περιττώματα της ευκοιλιότητας
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
κατούρημα
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
η πάθηση να έχεις συχνές υδαρείς κενώσεις
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης