Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσιζά (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. τσ̌ιζά̤ , 2. τσ̌ιζιά Προφορά: 1. τσιζεά , 2. τσιζιά
  1. ψιλόβροχο ψιλή βροχή που έβρεξε τα χόρτα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

    Ομμόριζο - Παράγωγο:
    τσ̌ιζα̤λα̤εύω (ψιλοβρέχω)

    Υποκοριστικό:
    τσ̌ιζόπον

Παρατηρήσεις - Σχόλια