Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσιγναεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τσ̌ιγναεύω Προφορά: τσιγναεύω
  1. καταπατώ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Τα εβδομήνταν δύο ημ’σ μιλλά̤τα̤ ετσ̌ιγνάεψαν εμάς κ’ εδέβαν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια