Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσίγκος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τσ̌ίγκος Προφορά: τσίγκος
  1. ψευδάργυρος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    ιταλική, από την ιταλική λέξη zinco

Παρατηρήσεις - Σχόλια