Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
τσιγκάρον (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τσιγκάρον
Προφορά: τσιγκάρον
τσιγάρο
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Χρήση από:
Π. Μελανοφρύδη
Παράδειγμα:
Εκάτσεν να ευτάει έναν τσιγκάρον.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
τσιάρος (ο)
τσιχάρ (το)
Παρατηρήσεις - Σχόλια