Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσιβιλαεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τσ̌ιβιλα̤εύω Προφορά: τσιβιλεαεύω
  1. δολοπλοκώ κατά το χτίσιμο βάζω κάτω στην πέτρα μικρή πλακωτή πέτραγια να την στερεώσω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Ετσ̌ιβιλά̤εψεν κ’ εξέγκεν ατον. (δολοπλοκώ)

    Ομμόριζο - Παράγωγο:
    τσ̌ιβιλά̤εμαν

Παρατηρήσεις - Σχόλια