Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσιαρτάχ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τσ̌α̤ρτάχ’ Προφορά: τσεαρτάχ
  1. ανοιξιάτικό διαμέρισμα χωριζόμενο σε δύο, το σαχνισίριν, δηλαδή την καλοκαιρινή αίθουσα υποδοχής και το κυρίως τσ̌ιαρτάκ. Το λεγόμενο αλλιώς τσαρδάκι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

Παρατηρήσεις - Σχόλια