Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
τσιαμπάρ (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: 1. τσ̌α̤μπάρ’ , 2. τσ̌αμπάρ’
Προφορά: 1. τσεαμπάρ , 2. τσαμπάρ
1) μαντήλα άσπρη του κεφαλιού 2) το λειρί των πουλιών (Ιδίωμα: Σταυρί)
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Συνώνυμα
καμαρωτέρ (το)
λετσέκ (το)
πιπίκ (το)
τσαρκούλ (το)
φλαμούρ (το)
πουλούν (το)
πουρλούν (το)
τουβάκι (το)
καράπερτιν (το)
τούλ (το)
τενέκ (το)
μαφόρι (το)
τσίτ (το)
καλύπτρα (η)
καρά περτσίν (το)
λετζέκ (το)
Παρατηρήσεις - Σχόλια