Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσιαλμά (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τσ̌ιαλμά Προφορά: τσιαλμά
  1. πλαγιαστό ξύλο που στερεώνει τις γωνίες του φράχτη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Άδισσας

    Παράδειγμα:
    Θήκ’ την τσ̌ιαλμάν πιζαρωτά.

Παρατηρήσεις - Σχόλια