Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

Κρανοχώρι (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: Κρανοχώρι Προφορά: Κρανοχώρι
  1. τούρκικο χωριό σε απόσταση μισής ώρας από τον Κάνιν με 30 οικογένειες Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

Παρατηρήσεις - Σχόλια